allantoidean

  • 1 allantoidean — al·lan·toi·de·an (al″ən toiґde ən) 1. pertaining to the allantois. 2. any animal with an allantois during its embryonic development; in the plural, amniotes is the more usual term …

    Medical dictionary

  • 2 allantoidean — al·lan·toi·de·an …

    English syllables

  • 3 allantoidean — …

    Useful english dictionary

  • 4 αλλαντοϊκός — ή, ό αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην αλλαντοΐδα*. [ΕΤΥΜΟΛ. < αλλαντοΐς ( ίδα), πρβλ. αγγλ. allantoic, βλ. και λ. αλλαντοΐς, ίδα < αλλαντοΐς ( ίδα), πρβλ. αγγλ. allantoidean] …

    Dictionary of Greek

  • 5 allantoidian — adjective see allantoidean I …

    Useful english dictionary