ἰάσων

  • 1Ἰάσων — Ἰ̱άσων , Ἴασος masc gen pl Ἰά̱σων , Ἰάσων masc nom/voc sg …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 2Ιάσων — I Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Τύραννος των Φερών της Θεσσαλίας (; – 370 π.Χ.). Διαδέχθηκε το 378 π.Χ. τον πατέρα ή πεθερό του, Λυκόφρονα. Υπήρξε μαθητής του Αθηναίου σοφιστή Γοργία, του ρήτορα Ισοκράτη και άλλων σοφιστών, και παραδεχόταν την… …

    Dictionary of Greek

  • 3ἰάσων — ἰάζω fut part act masc nom sg …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 4Δενόρες, Ιάσων — (Λευκωσία ; – Πάντοβα 1590). Κύπριος λόγιος. Υπήρξε καθηγητής της φιλοσοφίας στο πανεπιστήμιο της Κύπρου. Έγραψε τα έργα: Εγχειρίδιον του ρήτορος (1579), Ρητορική (1584) και Λόγοι (1587). Στο τελευταίο χαρακτηρίζει ανήθικα τα ποιμενικά δράματα,… …

    Dictionary of Greek

  • 5Язон в греческой мифологии — (Ίάσων, Jason) в греческой мифологии местный фессалийский герой, стоявший во главе экспедиции аргонавтов; сын Эзона (Айзона), происходил из рода Эолидов; родиной его был фессалийский город Иолк, населенный минийцами. После смерти основателя и… …

    Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • 6Язон, в греческой мифологии — (Ίάσων, Jason) в греческой мифологии местный фессалийский герой, стоявший во главе экспедиции аргонавтов; сын Эзона (Айзона), происходил из рода Эолидов; родиной его был фессалийский город Иолк, населенный минийцами. После смерти основателя и… …

    Энциклопедический словарь Ф.А. Брокгауза и И.А. Ефрона

  • 7μήδεϊα — I Ηρωίδα της ελληνικής μυθολογίας, κόρη του βασιλιά της Κολχίδας Αιήτη, αδελφού της Κίρκης και της Πασιφάης, και της Ωκεανίδας Ιδυίας. Σύμφωνα με κάποια άλλη παράδοση, μητέρα της ήταν η θεά Εκάτη και αδελφή της η Κίρκη. Η Μ., ήδη από τον Πίνδαρο …

    Dictionary of Greek

  • 8Αργοναύτες — Μυθικοί ήρωες που πήραν μέρος στην Αργοναυτική εκστρατεία, ένα από τα περιφημότερα γεγονότα που αναφέρει η ελληνική μυθολογία και το οποίο τραγούδησε η ελληνική ποίηση από τον Όμηρο έως τον Απολλώνιο τον Ρόδιο. Σκοπός της εκστρατείας ήταν να… …

    Dictionary of Greek

  • 9Ἰάσον' — Ἰά̱σονα , Ἰάσων masc acc sg Ἰά̱σονι , Ἰάσων masc dat sg Ἰά̱σονε , Ἰάσων masc nom/voc/acc dual …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 10Jason (Vorname) — Jason oder Iason (griech. Ἰάσων) ist ein männlicher Vorname. Inhaltsverzeichnis 1 Herkunft und Bedeutung 2 Verbreitung 3 Namenstag 4 Varianten …

    Deutsch Wikipedia