ἐπινεύσας

  • 1ἐπινεύσας — ἐπινεύσᾱς , ἐπινάω send forth emanations pres part act fem acc pl (epic doric ionic) ἐπινεύσᾱς , ἐπινάω send forth emanations pres part act fem gen sg (epic doric ionic) ἐπινεύσᾱς , ἐπινέω spin to pres part act fem acc pl (epic doric ionic)… …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 2επινεύω — (AM ἐπινεύω) [νεύω] 1. γέρνω το κεφάλι προς τα κάτω για να δείξω τη συγκατάθεσή μου («κυανέῃσιν ἐπ’ ὀφρύσι νεῡσε Κρονίων», Ομ. Ιλ.) 2. εγκρίνω, επιδοκιμάζω («τοῡθ’ ὁμολογήσας καὶ ἐπινεύσας ἀληθὲς εἶναι», Αισχίν.) αρχ. 1. υπόσχομαι («τάδε Ζεὺς… …

    Dictionary of Greek