ἐπικατακλίνω

  • 1επικατακλίνω — ἐπικατακλίνω (Α) 1. κάνω κάτι να γύρει πάνω σε κάτι άλλο 2. παρουσιάζω, συστήνω κάποιαν ως εταίρα …

    Dictionary of Greek

  • 2κλίνω — (AM κλίνω, Α αιολ. τ. κλίννω) 1. (μτβ.) κάνω κάποιον ή κάτι να στραφεί ή να γείρει πλάγια ή προς τα κάτω, τό γέρνω, τό πλαγιάζω ή λυγίζω, κάμπτω κάτι (α. «ο δυνατός άνεμος έκλινε τους κορμούς τών δέντρων» β. «ἐπὴν κλίνῃσι τάλαντα Ζεύς» όταν ο… …

    Dictionary of Greek