ἁδέα

  • 1ἀδεᾶ — ἀδεής fearless neut nom/voc/acc pl (doric aeolic) ἀδεής fearless masc/fem acc sg (doric aeolic) …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 2ἁδέα — ἁ̱δέα , ἡδύς pleasant masc/fem acc sg (doric) ἁ̱δέα , ἡδύς pleasant neut nom/voc/acc pl (epic doric ionic) ἁ̱δέᾱ , ἡδύς pleasant fem nom/voc/acc dual (epic doric ionic) ἁ̱δέα , ἡδύς pleasant fem nom/voc sg (epic doric ionic) …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 3ἅδεα — ἅδος satiety neut nom/voc/acc pl (epic ionic) …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 4εύφρων — Όνομα ιστορικών προσώπων. 1. Ανδριαντοποιός από την Πάρο (5ος αι. π.Χ.). Η υπογραφή του είναι χαραγμένη σε βάθρο, το οποίο βρέθηκε στον Πειραιά. Το όνομά του είναι επίσης γραμμένο σε δύο βάθρα που βρέθηκαν στην Ακρόπολη. 2. Χαλκουργός (4ος αι.… …

    Dictionary of Greek

  • 5ηδύς — εία, ύ (Α ἡδύς, δωρ. τ. ἁδύς, εῑα, ύ, στον Όμ. το θηλ. και ἡδύς [μόνο μία φορά], ιων. θηλ. ἡδέα, δωρ. θηλ. ἁδέα) 1. γλυκός, ευχάριστος στις αισθήσεις, κυρίως στη γεύση, στην όσφρηση και στην ακοή («ἡδύ δεῑπνον», Ομ. Οδ.) 2. (κατ επέκτ. και για… …

    Dictionary of Greek

  • 6Ευρυδίκη — I Μυθολογικό πρόσωπο. Μία από τις Δρυάδες νύμφες ή κόρη του Απόλλωνα, σύζυγος του κιθαρωδού Ορφέα. Η Ε. πέθανε από δάγκωμα φιδιού, αλλά ο απαρηγόρητος σύζυγός της κατόρθωσε με το τραγούδι του να συγκινήσει τον Πλούτωνα και την Περσεφόνη, οι… …

    Dictionary of Greek