ἀλινδήθρα

  • 1ἀλινδήθρα — ἀλινδήθρᾱ , ἀλινδήθρα place for horses to roll in fem nom/voc/acc dual ἀλινδήθρᾱ , ἀλινδήθρα place for horses to roll in fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 2αλινδήθρα — ἀλινδήθρα, η (Α) [ἀλινδῶ] 1. τόπος όπου κυλιούνται τα άλογα, αλογοκυλίστρα 2. φρ. «ἀλινδῆθραι ἐπῶν» λέγεται σκωπτικά για το λεκτικό τών τραγωδιών τού Ευριπίδη η λ. δηλώνει τις λεπτολογίες, τις περιστροφές, τις περιπλοκές …

    Dictionary of Greek

  • 3ἀλινδήθρας — ἀλινδήθρᾱς , ἀλινδήθρα place for horses to roll in fem acc pl ἀλινδήθρᾱς , ἀλινδήθρα place for horses to roll in fem gen sg (attic doric aeolic) …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 4ἁλινδήθρας — ἀλινδήθρᾱς , ἀλινδήθρα place for horses to roll in fem acc pl ἀλινδήθρᾱς , ἀλινδήθρα place for horses to roll in fem gen sg (attic doric aeolic) …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 5ἀλινδῆθραι — ἀλινδήθρα place for horses to roll in fem nom/voc pl …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 6κυλινδήθρα — κυλινδήθρα, ἡ (Α) τόπος όπου κυλιούνται τα άλογα, αλινδήθρα*. [ΕΤΥΜΟΛ. < κυλίνδω, κατά το συνώνυμο αλινδήθρα (< ἀλίνδω «κυλώ»)] …

    Dictionary of Greek

  • 7VOLUTABRUM — in Glossis κολίςτρα ζώων, proprie de apris et suibus, hinc de equis: de quibus capiendus Glossarum hic locus. Nam ζῶα Graeci, absolute plerumque equos appellant, ut et ἄλογα. Hos in arena prope amnem aut lacum volutare Veteres consuefaciebant,… …

    Hofmann J. Lexicon universale

  • 8-θρο(ν) — το επίθημα θρο(ν), όπως και το θηλ. θρα, εμφανίζει αρκετά μεγάλη παραγωγικότητα στην Αρχαία, Μεσαιωνική και Νέα Ελληνική. Το θ τού επιθήματος είναι πιθ. τής ίδιας προέλευσης όπως και στα θλο *, θμο *. Πρόκειται για παλαιότατο επίθημα, το οποίο… …

    Dictionary of Greek

  • 9αλίστρα — ἀλίστρα, η (Α) [ἀλίνδω] αλινδήθρα, κυλίστρα τών αλόγων …

    Dictionary of Greek

  • 10αλινδώ — ἀλινδῶ ( έω) και ἀλίνδω (Α) Ι ενεργ. κυλίω, κυλώ (το παθ. ἀλινδοῡμαι ή ἀλίνδομαι συνήθ. στη μτχ.) 1. κυλιέμαι στη σκόνη 2. κυλιέμαι ασκούμενος στην παλαίστρα 3. περιφέρομαι, περιπλανιέμαι 4. ξημεροβραδιάζω, συχνάζω κάπου 5. (με μειωτική σημ.)… …

    Dictionary of Greek