τυροὺς πήγνυσθαι

  • 1πήγνυσθαι — πήγνυμι Aër. pres inf mp …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 2Τυροῦς — Τυρώ fem nom/voc pl Τυρώ fem gen sg …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 3τυρούς — τῡρούς , τυρός cheese masc acc pl …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 4мерзнуть — укр. мерзнути, др. русск. мьрзнути, ст. слав. мръзнѫти πήγνυσθαι (Супр.), болг. мръзна мерзну , сербохорв. мр̏знути се – то же, словен. mrzniti, чеш. mrznouti, слвц. mrznut᾽, польск. marznąc, в. луж. mjerznyc, н. луж. marznus. Сюда же мерзкий… …

    Этимологический словарь русского языка Макса Фасмера

  • 5CHENNIA — Coturnicis species, Aegypto familiaris, quâ certâ anni tempestate Aegyptii sic abundabant, ut, cum omnes absumere non possent, eas in posterum sale condire cogerentur. Χέννιον ὀρνιθάριόν τικατ᾿ Αἴγυπτον ταριχεύομενον, Chennium, quoddam avitium in …

    Hofmann J. Lexicon universale

  • 6PLACENTA — an a placo, quod eâ solerent Antiqui Deos placere; an a placeo? Graece πλακόεις, an a πλὰξ, κὸς, quod in tabulam extenderetur? Certe, sicut ditiores hostiis animalium Deorum numina sibi propitia reddere satagebant, ita egenos, Placentis hâc fini… …

    Hofmann J. Lexicon universale

  • 7Αίσων — I Μυθολογικό πρόσωπο. Γιος και νόμιμος διάδοχος του βασιλιά της Ιωλκού Κρηθέα και της Τυρούς. Ο αδελφός του Πελίας, παρότι η Τυρώ ισχυριζόταν πως τον είχε αποκτήσει –όπως και τον Νηλέα– από τον Ποσειδώνα, κατέλαβε τον θρόνο μετά τον θάνατο του… …

    Dictionary of Greek

  • 8ερασιπλόκαμος — ἐρασιπλόκαμος, ον (Α) αυτή που έχει ωραίες μπούκλες στα μαλλιά, πλοκάμους που σέ κάνουν να τήν ερωτευθείς («Τυροῡς ἐρασιπλοκάμου γενεά», Πίνδ.) …

    Dictionary of Greek

  • 9πελιάς — Πρόσωπο της ελληνικής μυθολογίας, βασιλιάς της Ιωλκού, γιος του Ποσειδώνα (ή του ποτάμιου θεού Ενιπέα) και της Τυρούς, δίδυμος αδελφός του Νηλέα και θείος του Ιάσονα. Από τη σύζυγό του Αναξίβοια απέκτησε ένα γιο, τον Άκαστο, και πολλές θυγατέρες… …

    Dictionary of Greek

  • 10τυρόεις — εσσα, εν, και συνηρ. τ. τυροῡς, οῡσα, οῡν, Α 1. γεμάτος τυρί ή όμοιος με τυρί («ἄρτον τυρόεντα», Αθήν.) 2. το αρσ. ως ουσ. ὁ τυρόεις και τυροῡς τυρόπιτα («τυρόεντα μέγαν λευκοῑο γάλακτος», Θεόκρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. < τυρός + κατάλ. όεις*] …

    Dictionary of Greek