σγουρομάλλης

  • 1σγουρομάλλης — θηλ. σγουρομάλλα και σγουρομαλλούσα, και σγουρόμαλλος, η, ο, Ν αυτός που έχει σγουρά, κατσαρά μαλλιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < σγουρός* + μάλλης / μαλλος (< μαλλί), πρβλ. χρυσο μάλλης] …

    Dictionary of Greek

  • 2σγουρομάλλης — ο θηλ. σγουρομάλλα αυτός που έχει σγουρά μαλλιά, κατσαρομάλλης …

    Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • 3σγουρομάλλικος — η, ο, Ν [σγουρομάλλης] σγουρομάλλης …

    Dictionary of Greek

  • 4σγουρός — ή, ό / σγουρός, ά, όν, ΝΜ βοστρυχωτός, κατσαρός νεοελλ. σγουρομάλλης μσν. σκοτεινός, μελανός. [ΕΤΥΜΟΛ. Αβέβαιης ετυμολ. Κατά μία άποψη, το επίθ. σχηματίστηκε από το αρχ. γυρός* «στρογγυλός, κεκαμμένος» με ανάπτυξη προθετικού σ (πρβλ. βώλος:… …

    Dictionary of Greek

  • 5κατσαρομάλλης — α, ικο, θηλ. και κατσαρομαλλούσα αυτός που έχει κατσαρά μαλλιά, σγουρομάλλης …

    Dictionary of Greek

  • 6κλαστόθριξ — κλαστόθριξ, ότριχος, ὁ (Α) πάπ. (πιθ. ερμ.) κατσαρομάλλης, σγουρομάλλης. [ΕΤΥΜΟΛ. < κλαστός «σπαστός» + θριξ (< θρίξ), πρβλ. λευκό θριξ, μεγαλό θριξ] …

    Dictionary of Greek

  • 7λάσιος — Μυθολογικό πρόσωπο. Ήταν ένας από τους μνηστήρες της Ιπποδάμειας. Τον σκότωσε ο Οινόμαος, σύμφωνα με τον μύθο που αναφέρει ο Πίνδαρος. * * * (I) α, ο (Α λάσιος, ία, ον και λάσιος, ον) αυτός που έχει πυκυό τρίχωμα, δασύτριχος, πυκυόμαλλος… …

    Dictionary of Greek

  • 8ξαθοσγουρομάλλης — ο ως επίθ. αυτός που έχει ξανθά και σγουρά μαλλιά. [ΕΤΥΜΟΛ. < ξαθός, άλλος τ. τού ξανθός, + σγουρομάλλης] …

    Dictionary of Greek

  • 9ουλοκάρηνος — οὐλοκάρηνος, ον (Α) αυτός που έχει σγουρά μαλλιά, σγουρομάλλης. [ΕΤΥΜΟΛ. < οὖλος (ΙΙ) «σγουρός» + κάρηνα (< κάρα), πρβλ. ξανθο κάρηνος] …

    Dictionary of Greek

  • 10ουλοκομώ — οὐλοκομῶ, έω (Α) [ουλόκομος] έχω σγουρά μαλλιά, είμαι σγουρομάλλης …

    Dictionary of Greek