λῃστής

  • 61μικροληστής — ο ληστής αντικειμένων μικρής αξίας. [ΕΤΥΜΟΛ. Η λ. μαρτυρείται από το 1893 στην εφημερίδα Ακρόπολις] …

    Dictionary of Greek

  • 62μπαντίδος — ο (Μ μπαντίδος και παντίδος) καταδικασμένος σε εξορία, φυγάς νεοελλ. 1. πειρατής καταδρομέας, κουρσάρος 2. ληστής. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. bandito < bandire «επικηρύσσω»] …

    Dictionary of Greek

  • 63μπριγαντίνο — και μπριγαντίνι, το ναυτ. το ιστιοφόρο μπρίκι. [ΕΤΥΜΟΛ. < ιταλ. brigantino < ιταλ. brigante «ληστής» < ιταλ. brigare «μάχομαι» < ιταλ. briga «πάλη, αγώνας»] …

    Dictionary of Greek

  • 64οδοστάτης — ὁδοστάτης, ὁ (Μ) 1. αυτός που φυλάει τους δρόμους, ο οδοφύλακας 2. αυτός που ενεδρεύει στους δρόμους, ληστής. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὁδός + στάτης (< θ. στα τού ἵστημι, πρβλ. στα τός), πρβλ. μεσο στάτης, χορο στάτης] …

    Dictionary of Greek

  • 65οδουρός — ὁδουρός, ὁ, ἡ (Α) 1. οδηγός 2. ληστής που ενεδρεύει, παραμονεύει στους δρόμους. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὁδός + ουρός (< Foρός < ὁρῶ «βλέπω»), πρβλ. κηπ ουρός, τεμεν ουρός] …

    Dictionary of Greek

  • 66οδοφύλακας — ο (ΑΜ ὁδοφύλαξ) ο φύλακας τών οδών, των δρόμων μσν. ληστής που στήνει ενέδρες στους δρόμους. [ΕΤΥΜΟΛ. < ὁδός + φύλαξ, ακος] …

    Dictionary of Greek

  • 67περικόπτης — ὁ, Α [περικόπτω] 1. τέκτονας, κτίστης 2. (κατά τον Ησύχ. και τον Φώτ.) «κλώψ, λῃστής» …

    Dictionary of Greek

  • 68πνιγάρης — ο, Ν 1. αυτός που αφαιρεί με πνιγμό τη ζωή κάποιου 2. μτφ. μέλος συμμορίας, ληστής. [ΕΤΥΜΟΛ. < πνίγω + κατάλ. άρης (πρβλ. λυσσ άρης)] …

    Dictionary of Greek

  • 69σίντης — και σίντις και σίντος, ὁ, ΜΑ [σίνομαι] (κυρίως για λιοντάρι ή λύκο και, μτφ., για τον διάβολο) αυτός που κατασπαράζει αρχ. 1. έχιδνα, οχιά 2. ληστής, κακούργος …

    Dictionary of Greek

  • 70σκιάς — (I) άδος, ἡ, Α βλ. σκιάδα. (II) Ν επίρρ. τουλάχιστον («και σκιάς εις το δακτύλι μου αυτός δε θέλ απλώσει», Ερωτόκρ.). [ΕΤΥΜΟΛ. Πρόκειται μάλλον για διαλ. τ.]. (III) ο, Ν 1. απότομος, τραχύς άνθρωπος 2. συνεκδ. κακοποιός. [ΕΤΥΜΟΛ. < τουρκ.… …

    Dictionary of Greek

  • 71σκιρωνίδα — η / σκιρωνίς, ίδος, η, ΝΑ φρ. «Σκιρωνίδες πέτρες» και «Σκιρωνίδες πέτραι» ή, απλώς, «Σκιρωνίδες» απότομη βραχώδης κατάληξη τών Γεράνειων Ορέων στον Σαρωνικό, πέρα από τα Μέγαρα, η οποία σήμερα ονομάζεται Κακή Σκάλα και όπου, σύμφωνα με την… …

    Dictionary of Greek

  • 72συλήτωρ — ορος, ὁ, ΜΑ κλέφτης, ληστής, άρπαγας. [ΕΤΥΜΟΛ. < συλῶ + επίθημα τωρ (πρβλ. οική τωρ)] …

    Dictionary of Greek

  • 73φρενοληστής — ὁ, Α αυτός που εξαπατά τον νου, φρενοκλόπος*. [ΕΤΥΜΟΛ. < φρήν, φρενός + λῃστής] …

    Dictionary of Greek

  • 74χαραμής — Επώνυμο οικογένειας Ελλήνων οφθαλμιάτρων. 1. Ιωάννης. Γιος του Σπήλιου (1901). Σπούδασε ιατρική στην Αθήνα και στο Παρίσι, όπου διετέλεσε βοηθός της εκεί πανεπιστημιακής οφθαλμολογικής κλινικής επί 5 χρόνια. Όταν γύρισε στην Αθήνα, διορίστηκε… …

    Dictionary of Greek

  • 75ψευδοληστής — ὁ, Α άτομο που παριστάνει τον ληστή, για εκφοβισμό ή για αστείο. [ΕΤΥΜΟΛ. < ψευδ(ο) * + λῃστής] …

    Dictionary of Greek

  • 76ψυχοληστής — ὁ, Μ ψυχοκλέφτης. [ΕΤΥΜΟΛ. < ψυχή + λῃστής] …

    Dictionary of Greek

  • 77Βαραββάς — (1ος αι. μ.Χ.). Ιουδαίος ληστής που πήρε μέρος σε στάση εναντίον των ρωμαϊκών Αρχών και του οποίου την απελευθέρωση ζήτησαν οι Ιουδαίοι αντί του Χριστού, που είχε καταδικαστεί σε θάνατο …

    Dictionary of Greek

  • 78Βολφ, Γιούλιους — I (Julius Wolf,1834 – 1910).Γερμανός συγγραφέας. Σπούδασε λογοτεχνία και φιλοσοφία στο Βερολίνο. Το 1896 ίδρυσε περιοδικό με τον τίτλο Harzzeitung.Κατά τον Γαλλογερμανικό πόλεμο υπηρέτησε στον γερμανικό στρατό και παρασημοφορήθηκε. Μετά τον… …

    Dictionary of Greek

  • 79Γαλλία — Επίσημη ονομασία: Δημοκρατία της Γαλλίας Έκταση: 547.030 τ.χλμ Πληθυσμός: 58.518.148 κάτ. (2000) Πρωτεύουσα: Παρίσι (2.125.246 κάτ. το 2000)Κράτος της δυτικής Ευρώπης. Συνορεύει στα ΝΑ με την Ισπανία και την Ανδόρα, στα Β με το Βέλγιο και το… …

    Dictionary of Greek

  • 80Γιουγκοσλαβία — Επίσημη ονομασία: Ομοσπονδιακή Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας Παλαιότερη ονομασία: Ομοσπονδιακή Σοσιαλιστική Δημοκρατία της Γιουγκοσλαβίας Έκταση: 102.173 τ.χλμ Πληθυσμός: 10.656.929 κάτ. (2002) Πρωτεύουσα: Βελιγράδι (1.280.600 κάτ. το 2002)Κράτος …

    Dictionary of Greek