λῃστής

  • 41λήστραινα — λῄστραινα, ἡ (Μ) γυναίκα ληστής, λησταρχίνα. [ΕΤΥΜΟΛ. < θ. λήστρ (πρβλ. ληστρίς, ληστρικός), + κατάλ. αινα (πρβλ. δράκ αινα, λύκ αινα)] …

    Dictionary of Greek

  • 42λαστής — λᾳστής, ὁ (Α) (δωρ. τ.) βλ. ληστής …

    Dictionary of Greek

  • 43ληίστωρ — ληΐστωρ και λῄστωρ, ορος, ὁ (Α) [ληΐζομαι] 1. ληστής 2. ως επίθ. αυτός μέσω τού οποίου ενεργεί κάποιος λεηλασία («ληΐστορι χαλκῷ», Ανθ. Παλ.) …

    Dictionary of Greek

  • 44ληιστής — ληϊστής, o (Α) (αττ. τ.) βλ. ληστής …

    Dictionary of Greek

  • 45ληστάρχης — ληστάρχης, ὁ (ΑM) αρχιληστής, λήσταρχος, αρχηγός ληστών. [ΕΤΥΜΟΛ. < ληστής + αρχης (< ἄρχω), πρβλ. κλιν άρχης, νομ άρχης] …

    Dictionary of Greek

  • 46ληστήρ — λῃστήρ και ληϊστήρ, ῆρος, ὁ, θηλ. λῄστειρα (Α) 1. ληστής, ιδίως ο πειρατής («οἷά τε ληϊστῆρες ὑπεὶρ ἅλα, τοί τ ἀλόωνται», Ομ. Οδ.) 2. πειρατικός («λῄστειρα ναῡς», Αιλιαν.). [ΕΤΥΜΟΛ. < *ληϊδ τήρ < ληΐς, άλλος τ. τού λεία) + επίθημα τήρ] …

    Dictionary of Greek

  • 47λησταποδοχή — η αποδοχή και απόκρυψη ληστή ή τών πραγμάτων που προέρχονται από ληστεία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ληστής + αποδοχή (< αποδέχομαι). Η λ. μαρτυρείται από το 1871 στο Λεξικόν ελληνογαλλικόν τού Άγγ. Βλάχου] …

    Dictionary of Greek

  • 48λησταποδόχος — ο και λησταπόδοχος, ο αυτός που δέχεται και κρύβει ληστή ή πράγματα που προέρχονται από ληστεία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ληστής + αποδόχος (< αποδέχομαι), πρβλ. κλεπτ αποδόχος. Η λ. μαρτυρείται από το 1839 στον Αλ. Σούτσο] …

    Dictionary of Greek

  • 49ληστεύω — (AM ληστεύω) [ληστής] αφαιρώ και οικειοποιούμαι ξένη περιουσία με άσκηση βίας (α. «λήστεψαν πάλι το χρυσοχοείο» β. «ληστεύειν ἐν τῇ γῇ καὶ ἐν τῇ θαλάσσῃ», Δίων Κάσσ.) νεοελλ. μσν. μτφ. κερδοσκοπώ σε βάρος άλλου, αισχροκερδώ («μάς λήστεψαν στο… …

    Dictionary of Greek

  • 50ληστικός — λῃστικός, ή, όν (Α) [ληστής] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στους ληστές ή στους πειρατές, ο κατάλληλος για ληστεία ή πειρατεία, πειρατικός («λῃστικόν ποτε πλοῑον ἔχων ἐλῄζετο τοὺς συμμάχους», Δημοσθ.) 2. το θηλ. ως ουσ. ἡ λῃστική η ληστεία 3.… …

    Dictionary of Greek

  • 51ληστοδίωκτος — ληστοδίωκτος, ον (Α) αυτός που καταδιώκεται από ληστές. [ΕΤΥΜΟΛ. < ληστής + δίωκτος (< διώκομαι)] …

    Dictionary of Greek

  • 52ληστοδιώκτης — ο (AM λῃστοδιώκτης) ο διώκτης ληστών. [ΕΤΥΜΟΛ. < ληστής + διώκτης (< διώκω)] …

    Dictionary of Greek

  • 53ληστοδόχος — λῃστοδόχος, ον (Α) αυτός που δέχεται τους ληστές. [ΕΤΥΜΟΛ. < ληστής + δόχος (< δέχομαι), πρβλ. αιματο δόχος, σηματο δόχος] …

    Dictionary of Greek

  • 54ληστοκτόνος — ληστοκτόνος, ον (Α) αυτός που φονεύει ληστές. [ΕΤΥΜΟΛ. < ληστής + κτόνος (< κτείνω), πρβλ. μητρο κτόνος, παιδο κτόνος] …

    Dictionary of Greek

  • 55ληστοπιαστής — (λῃστοπιαστής, ὁ (Α) πάπ. στον πληθ. οἱ ληστοπιασταί τμήμα τών δυνάμεων τής τάξης στην Αίγυπτο ειδικό για τη σύλληψη τών ληστών. [ΕΤΥΜΟΛ. < ληστής + πιαστής (< πιάνω)] …

    Dictionary of Greek

  • 56ληστοπραξία — η κάθε πράξη που, σύμφωνα με τον ποινικό νόμο, μπορεί να χαρακτηριστεί ως ληστεία, ληστρική πράξη. [ΕΤΥΜΟΛ. < ληστής + πραξία (< πρᾶξις), πρβλ. ισο πραξία, κακο πραξία. Η λ. μαρτυρείται από το 1871 στο Λεξικόν ελληνογαλλικόν τού Άγγ.… …

    Dictionary of Greek

  • 57ληστοσαλπιγκτής — ληστοσαλπιγκτής, ὁ (Α) (κωμική λέξη στον Μένανδρο για τους Τυρρηνούς, τους εφευρέτες τής σάλπιγγας) ληστής σαλπιγκτής …

    Dictionary of Greek

  • 58ληστοτρόφος — ο (Α λῃστοτρόφος, ον) αυτός που τρέφει ή περιθάλπει ληστές. [ΕΤΥΜΟΛ. < ληστής + τρόφος (< τρέφω)] …

    Dictionary of Greek

  • 59ληστουργία — λῃστουργία, ἡ (ΑM) ληστεία. [ΕΤΥΜΟΛ. < ληστής + ουργία (< ουργός < ἔργον), πρβλ. δραματ ουργία, θαλασσ ουργία] …

    Dictionary of Greek

  • 60λώταξ — λῶταξ, ακος, ὁ (Α) (κατά τον Ζωναρά) «ὁ λῃστὴς ἢ ὁ πόρνος, ἢ ὁ μύρα ἀλειφόμενος, ἢ ὁ καταδαπῶν ἐν τοῑς αἰσχροῑς τὸν βίον αὐτοῡ ὡς ὁ πόρνος καὶ ὁ ἀνδρόγυνος ἢ ὁ αὐλητής». [ΕΤΥΜΟΛ. < λωτός + επίθημα αξ, ακος (πρβλ. σκύλ αξ)] …

    Dictionary of Greek