Δρυὸς πεσούσης πᾶς ἀνὴρ ξυλεύεται.

Δρυὸς πεσούσης πᾶς ἀνὴρ ξυλεύεται.

Русская мысль и речь. Свое и чужое. Опыт русской фразеологии. Сборник образных слов и иносказаний. Т.Т. 1—2. Ходячие и меткие слова. Сборник русских и иностранных цитат, пословиц, поговорок, пословичных выражений и отдельных слов. СПб., тип. Ак. наук.. . 1896—1912.

Смотреть что такое "Δρυὸς πεσούσης πᾶς ἀνὴρ ξυλεύεται." в других словарях:

  • на покляпое дерево и козы скачут — Свались только с ног, а за тычками дела не станет. Ср. Кто мимо льва ни шел, всяк вымещал ему По своему: Кто зубом, кто рогами. Крылов. Лисица и Осел. Ср. Wer fällt, über den läuft alle Welt. If a man once falls all will tread on him. Quand l… …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона

  • На покляпое дерево и козы скачут — На покляпое дерево и козы скачутъ. Свались только съ ногъ, а за тычками дѣла не станетъ. Ср. Кто мимо льва ни шелъ, всякъ вымѣщалъ ему         По своему: Кто зубомъ, кто рогами. Крыловъ. Лисица и Оселъ. Ср. Wer fällt, über den läuft alle Welt. If …   Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • δρυς — Βλ. λ. βελανιδιά. * * * ο, η και δρυ, το (AM δρῡς, η) 1. δέντρο τών δασών, τού οποίου υπάρχουν πολλά είδη ο καρπός του περιέχει άφθονο άμυλο, βαλανιδιά 2. παροιμ. «δρυὸς πεσούσης πᾱς ἀνὴρ ξυλεύεται» όταν χάσει κανείς τη δύναμη του όλοι σπεύδουν… …   Dictionary of Greek

  • μετοχή — Μέρος του λόγου, η φύση και οι ιδιότητες του οποίου ταυτίζονται με εκείνες του επιθέτου και του ρήματος (ρηματικό επίθετο). Δηλώνει συγχρόνως διάθεση και χρόνο. Σχηματίζεται και στις δύο φωνές, στην ενεργητική από τον ενεστώτα (παίζοντας,… …   Dictionary of Greek

  • μετόχη — Μέρος του λόγου, η φύση και οι ιδιότητες του οποίου ταυτίζονται με εκείνες του επιθέτου και του ρήματος (ρηματικό επίθετο). Δηλώνει συγχρόνως διάθεση και χρόνο. Σχηματίζεται και στις δύο φωνές, στην ενεργητική από τον ενεστώτα (παίζοντας,… …   Dictionary of Greek

  • ξυλεύω — (Α ξυλεύω) [ξύλον] (συν. το μέσ) ξυλεύομαι κόβω και συλλέγω ξύλα, δενδροκοπώ («δρυός πεσούσης πᾱς ἀνήρ ξυλεύεται» αυτός που χάνει τη δύναμη του γίνεται αντικείμενο εκμετάλλευσης από οποιονδήποτε νεοελλ. προμηθεύομαι ξύλα …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»