- sandbath
- ˈsændbɑ:θ n тех. песчаная баня sandbath тех. песчаная баня
Большой англо-русский и русско-английский словарь. 2001.
Большой англо-русский и русско-английский словарь. 2001.
αμμόλουτρο — το Ιατρ. η κάλυψη ενός μέρους ή ολόκληρου τού σώματος με θερμή από τον ήλιο άμμο επί ορισμένο χρονικό διάστημα, για τη θεραπεία κυρίως ρευματικών παθήσεων. [ΕΤΥΜΟΛ. < άμμος + λουτρό(ν). Απόδοση στα Ελληνικά ξεν. όρου, πρβλ. αγγλ. sandbath. Ο… … Dictionary of Greek