τάχ' ἄν

  • 1τάχ' — τάχα , τάχα quickly indeclform (adverb) …

    Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • 2τάχα — ΝΜΑ, και τάχατε(ς) και τάχατι(ς) και τάχαμου Ν νεοελλ. 1. (ως ερωτ. μόριο) άραγε, ποιος ξέρει αν... («τάχα να στέκει ο ουρανός, να στέκει ο απάνου κόσμος;», δημ. τραγούδι) 2. (ως ενδοιαστικό μόριο) μήπως μη τυχόν («τάχα δεν επερπάτησα κι εγώ με… …

    Dictionary of Greek

  • 3Isolínea — Curvas de nivel de un mapa Curvas de nivel en una zona de montaña …

    Wikipedia Español

  • 4προσταχή — ἡ, Α (σε επιγρ.) η προσταγή. [ΕΤΥΜΟΛ. < προσ τάσσω, αντί τού τ. προσ ταγή με δάσυνση τού χαρακτήρα –γ από αναλογική επίδραση (πρβλ. παθ. αόρ. ἐ τάχ θην, ενεργ. παρακμ. τέ ταχ α)] …

    Dictionary of Greek

  • 5Liste griechischer Wortstämme in deutschen Fremdwörtern — Griechische Wortstämme sind im Deutschen überwiegend in Fachausdrücken zu finden, die entweder direkt dem Griechischen entstammen oder Neubildungen sind. Von einer begrenzten Anzahl dieser Wortstämme wurden und werden zahlreiche wissenschaftliche …

    Deutsch Wikipedia

  • 6жизнь — борьба — Ср. Не для праздников и пирований на битву мы сюда призваны; праздновать же победу будем там. Гоголь. Переписка с друзьями. 30. Ср. Могила тихий сон, а жизнь с бедами брань, Судьба невидимый, бесчувственный тиран! Жуковский. Ср. Dieser ist ein… …

    Большой толково-фразеологический словарь Михельсона

  • 7Жизнь — борьба — Жизнь борьба. Ср. Не для праздниковъ и пированій на битву мы сюда призваны; праздновать же побѣду будемъ тамъ. Гоголь. Переписка съ друзьями. 30. Ср. Могила тихій сонъ, а жизнь съ бѣдами брань, Судьба невидимый, безчувственный тиранъ! Жуковскій.… …

    Большой толково-фразеологический словарь Михельсона (оригинальная орфография)

  • 8CASTORIS — marinum animal, tam horrendi eiulatus, ut audientes enecet, uti refert Aelian. l. 9. c. 50. Hinc Oppianus Halieutic. l. 1. Καςτορίδες τ᾿ ὀλοαὶ δυςπ ενθέεες, αἰτ᾿ ἀλεγεινην` Ο῎ςπαν ἐπὶ κροκάλοισιν ἀπαίσιον ὠρύονται, Α᾿νδράσιν῾ ὃς δέ κε γῆρυν εν… …

    Hofmann J. Lexicon universale

  • 9-τητα — της, ΝΜΑ παραγωγική κατάληξη θηλυκών ουσιαστικών όλων τών περιόδων τής Ελληνικής η οποία ανάγεται στην ΙΕ κατάληξη * tāt (πρβλ. αρχ. ινδ. sarva tāt «ολότητα», αβεστ. haurva tāt «ολότητα», λατ. novi tās «νεότητα»). Τα θηλυκά σε της παράγονται,… …

    Dictionary of Greek

  • 10αύριο — (AM αὔριον) επίρρ. Ι. 1. την αμέσως επόμενη μέρα 2. πολύ σύντομα, στο εγγύς μέλλον (πρβλ. α) «ἐς αὔριον τὰ σπουδαῑα» όταν επιδιώκεται η αναβολή μιας σπουδαίας συζήτησης β) «τάχ αὔριον ἔσσετ ἄμεινον» το μέλλον θα είναι καλύτερο γ) «σήμερ αύριο»… …

    Dictionary of Greek