κυρτό

  • 1κυρτός — Όρος που χρησιμοποιείται για τον χαρακτηρισμό ορισμένου είδους σχημάτων, στη συνήθη γεωμετρία (κ. πολύγωνο, κ. πολύεδρο κλπ.) αλλά και γενικότερα στην τοπολογία και στην ανάλυση (κ. χώρος, κ. συνάρτηση κ.ά.). κυρτή ακολουθία. Κάθε ακολουθία… …

    Dictionary of Greek

  • 2πολύεδρο — Κάθε σχήμα του χώρου, που περατώνεται σε επίπεδα πολύγωνα. Κάθε τέτοιο πολύγωνο λέμε ότι είναι μια έδρα του π. Κάθε κορυφή και κάθε πλευρά έδρας λέμε αντίστοιχα ότι είναι κορυφή και ακμή του π. Ο αριθμός των εδρών κάθε π. είναι μεγαλύτερος ή ίσος …

    Dictionary of Greek

  • 3κάτοπτρο — Κάθε επιφάνεια που ανακλά κανονικά (δηλαδή σύμφωνα με τον νόμο της ανάκλασης) τις φωτεινές ακτίνες. Την ιδέα του κ. επινόησε πιθανότατα ο άνθρωπος, όταν παρατήρησε το είδωλό του να ανακλάται στην επιφάνεια του ήρεμου νερού· για να υλοποιήσει όμως …

    Dictionary of Greek

  • 4κύρτος — Όρος που χρησιμοποιείται για τον χαρακτηρισμό ορισμένου είδους σχημάτων, στη συνήθη γεωμετρία (κ. πολύγωνο, κ. πολύεδρο κλπ.) αλλά και γενικότερα στην τοπολογία και στην ανάλυση (κ. χώρος, κ. συνάρτηση κ.ά.). κυρτή ακολουθία. Κάθε ακολουθία… …

    Dictionary of Greek

  • 5πολύγωνο — Αν Α1 Α2,..., Αν, Αν (όπου ν = 2, 3,...) είναι σημεία του χώρου, τέτοια, ώστε κάθε τρία τους να μην ανήκουν στην αυτή ευθεία, τότε η τεθλασμένη γραμμή, που αποτελείται από τα ευθύγραμμα τμήματα Α1Α2, Α2Α3, ..., Αν + 1 λέμε ότι είναι μια… …

    Dictionary of Greek

  • 6πρίσμα — I Στη γεωμετρία ονομάζεται έτσι κάθε στερεό, που περιορίζεται από τμήματα επιπέδων (έδρες) τέτοια, ώστε δύο από αυτά να είναι πολύγωνα ίσα μεταξύ τους, με τα επίπεδά τους παράλληλα (βάσεις) και τα άλλα παραλληλόγραμμα (παράπλευρες έδρες). Οι… …

    Dictionary of Greek

  • 7εικοσάγωνο — Πολύγωνο που έχει είκοσι γωνίες και επομένως είκοσι πλευρές. Το κανονικό κυρτό ε. έχει όλες τις πλευρές του και τις γωνίες του ίσες και μπορεί να εγγραφεί σε κύκλο με τον εξής τρόπο: εγγράφουμε πρώτα το κανονικό κυρτό δεκάγωνο, βρίσκουμε τα μέσα… …

    Dictionary of Greek

  • 8εστιακή απόσταση — Η απόσταση από το κέντρο ενός κατόπτρου ή φακού έως το εστιακό σημείο ή εστία F. Σε ένα σύστημα που προκαλεί σύγκλιση των φωτεινών ακτίνων, για παράδειγμα ένα κοίλο κάτοπτρο ή έναν λεπτό κυρτό φακό, η εστία F είναι το σημείο στο οποίο φτάνει μια… …

    Dictionary of Greek

  • 9κυρτώνω — κύρτωσα, κυρτώθηκα, κυρτωμένος 1. κάνω κάτι κυρτό, το καμπουριάζω. 2. κάνω κάτι φουσκωτό, το κάνω κυρτό προς τα έξω …

    Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • 10άγκινας — ο και αγκινάρι, το 1. τσιγκέλι, αρπάγη, άγκιστρο 2. το κυρτό πάνω άκρο τού αδραχτιού. [ΕΤΥΜΟΛ. < μσν. ὄγκινος (= αγκίστρι) …

    Dictionary of Greek